εχθρεύομαι

και εχτρεύομαι και οχτρεύομαι (ΑΜ ἐχθρεύω, Μ και ἐχθρεύομαι και ἐχθρεύγω και ὀχθρεύγω και ὀχθρεύω και ὀχτρεύω) [εχθρός]
διάκειμαι εχθρικά προς κάποιον, αισθάνομαι μίσος για κάποιον, αποστρέφομαι κάποιον (α. «εχθρεύεται όλο τον κόσμο» β. «ἐχθρεύσω τοῑς ἐχθροῑς σου», ΠΔ)
μσν.
(μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) ἐχθρεμένος, -η, -ο και ὀχθρεμένος, -η, -ο
α) εχθρικός
β) μισητός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εχθρεύομαι — εχθρεύομαι, εχθρεύτηκα βλ. πίν. 18 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εχθρεύομαι — και οχτρεύομαι εύτηκα, μισώ, αντιπαθώ, είμαι εχθρός κάποιου: Τον εχθρεύεται πολύ χρόνια τώρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εχθρεύομαι — [ехтревоме] р. ненавидеть …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αντιμάχομαι — εχθρεύομαι, μισώ κάποιον: Στενοχωρήθηκε που βρήκε τους χωριανούς του να αντιμάχονται ο ένας τον άλλο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλληλεχθρεύομαι — και αλληλο εχθρεύομαι κάποιον που όμοια διάκειται εχθρικά απέναντι μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλ(ο) * + εχθρεύομαι] …   Dictionary of Greek

  • εχθραίνω — ἐχθραίνω (ΑΜ) [έχθρα] (μεταγ. τ. τού εχθαίρω) 1. μισώ, εχθρεύομαι 2. βρίσκομαι σε εχθρικές σχέσεις με κάποιον, είμαι εχθρός («δύο ἀδελφοὶ ἐχθραίνοντες ἀλλήλοις», Τζέτζ.) 3. κάνω κάποιον εχθρικό, μισητό («τὰς Ἑλληνίδας πόλεις ἤχθραινε τῷ Δαρείῳ»… …   Dictionary of Greek

  • αντιμάχομαι — (AM ἀντιμάχομαι) μάχομαι εναντίον κάποιου, καταπολεμώ νεοελλ. 1. εχθρεύομαι, αποστρέφομαι 2. προβάλλω αντίσταση 3. (μτχ.) τα αντιμαχόμενα ρητορικό σχήμα με το οποίο αποδεικνύεται το άτοπο ενός ισχυρισμού, ο οποίος δεν συμβιβάζεται με τη φύση του… …   Dictionary of Greek

  • δυσνοώ — δυσνοῶ ( έω) (Α) έχω εχθρικές διαθέσεις, εχθρεύομαι …   Dictionary of Greek

  • εθελεχθρώ — ἐθελεχθρῶ ( έω) (Α) θέλω να εχθρεύομαι κάποιον …   Dictionary of Greek

  • εχθαίρω — (Α ἐχθαίρω) εχθρεύομαι, μισώ (α. «εχθαίρουσιν οι αθάνατοι», Κάλβ. β. «ἵν ἐχθήρειε γέροντα», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. παθ. εχθαίρομαι είμαι μισητός, μισούμαι (α. «ὅστις ἐμφανῶς θεοῑς ἐχθαίρομαι», Σοφ. «ἐχθαρῆ μὲν ἐξ ἐμοῡ», Σοφ.) 2. (για πράγματα,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.